Η Εκκλησία καλείται να προσκαλεί τον κόσμο με την ίδια της τη ζωή. Το «Έρχου και Ίδε» δεν είναι σύνθημα ούτε επικοινωνιακή στρατηγική. Είναι πρόσκληση αυθεντικότητας, αυτοκριτικής, ελευθερίας, μετάνοιας και αγάπης.

Στο «Ενοριακό Αρχονταρίκι» του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς και στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…», την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, διοργανώθηκε συζήτηση με θέμα: «Έρχου και Ίδε». Συμμετείχαν ο Αρχιμανδρίτης π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος, κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης, ο κ. Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. και ο κ. Θανάσης Παπαθανασίου, τ. Καθηγητής Ιεραποστολικής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας.
Η συζήτηση πραγματεύτηκε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής: κατά πόσο η Εκκλησία αποτελεί έμπρακτη μαρτυρία του Χριστού και όχι απλώς έναν θεσμό που διακηρύσσει την αλήθεια χωρίς πάντοτε να την εφαρμόζει στην καθημερινότητά του, με κεντρικό προβληματισμό τη σχέση μεταξύ λόγων και έργων, πίστης και ζωής, παράδοσης και ανανέωσης, εξουσίας και αγάπης.

Η φράση «Έρχου και Ίδε» αποτελεί πρόσκληση προς κάθε άνθρωπο που δεν γνωρίζει την Εκκλησία ή αμφιβάλλει για το μήνυμά της να την πλησιάσει, να γνωρίσει τη ζωή της και να σχηματίσει προσωπική άποψη. Ο π. Θεοδόσιος επεσήμανε ότι ο χριστιανός οφείλει να αποτελεί περισσότερο φως παρά στόμα. Δεν αρκεί, δηλαδή, να μιλά για τον Χριστό· πρέπει να τον φανερώνει μέσα από τη συμπεριφορά και τον τρόπο ζωής του.
Η πίστη δεν αποδεικνύεται με επιχειρήματα και διακηρύξεις, αλλά κυρίως με την ποιότητα της καθημερινότητας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρεται σχετικά με τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας: σε κάποιον που αμφισβητούσε τη θεότητα του Χριστού προτάθηκε να ζήσει για ένα διάστημα μαζί με τη χριστιανική κοινότητα, ώστε να αξιολογήσει βιωματικά την ποιότητα της ζωής της.

Ο Θανάσης Παπαθανασίου διευκρίνισε ότι η ιεραποστολή δεν πρέπει να συγχέεται με τη διαφήμιση ή το μάρκετινγκ. Η Εκκλησία δεν καλεί τους ανθρώπους να εντυπωσιαστούν από την εξωτερική της εικόνα, αλλά να εξετάσουν τους καρπούς της ζωής της. Η πρόσκληση απαιτεί ελεύθερη προσωπική ανταπόκριση και κριτική παρατήρηση. Δεν υπάρχει αυτόματος μηχανισμός που εξασφαλίζει ότι όποιος πλησιάζει την Εκκλησία θα πειστεί.

Ένα βασικό θέμα της συζήτησης ήταν η αντίφαση ανάμεσα στην Εκκλησία όπως παρουσιάζεται στο Ευαγγέλιο και στην Εκκλησία όπως λειτουργεί ιστορικά. Ο π. Θεοδόσιος υπογράμμισε ότι ο Χριστός απορρίπτει τη διπλή όψη, δηλαδή την εξωτερική ευσέβεια που αποκρύπτει μια διαφορετική εσωτερική πραγματικότητα.
Η αμαρτία παρουσιάστηκε όχι ως παράβαση ενός κανόνα, αλλά ως ψέμα και ασθένεια που αλλοιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη. Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν πρέπει να φοβάται να αναγνωρίζει τις αδυναμίες της. Η παραδοχή των προβλημάτων δεν αποτελεί άρνηση της πίστης, αλλά προϋπόθεση θεραπείας και μετάνοιας.

Επισημάνθηκε επίσης η διάκριση ανάμεσα στην Εκκλησία στην οποία πιστεύουμε και στην Εκκλησία που πραγματικά βιώνουμε. Οι δύο πραγματικότητες δεν ταυτίζονται πάντοτε. Η επίκληση της παράδοσης ή της ιστορικής συνήθειας δεν μπορεί να δικαιολογεί κάθε προβληματική πρακτική. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν χρειάζεται απλώς να ακούει ωραία κηρύγματα· χρειάζεται να συναντά ανθρώπους που ζουν με χαρά, ελευθερία, χιούμορ και αυθεντικότητα.
Ο κ. Παπαθανασίου αναφέρθηκε στον κίνδυνο να μετατραπεί η θρησκευτική συνέπεια σε φαρισαϊσμό. Οι Φαρισαίοι δεν ήταν αναγκαστικά άνθρωποι που προσποιούνταν την ευσέβεια. Πίστευαν ειλικρινά σε όσα έκαναν, αλλά είχαν μετατοπίσει το κέντρο της πίστης από τον ζωντανό Θεό σε διατάξεις, τύπους και εξωτερικές βεβαιότητες. Αυτός ο κίνδυνος εξακολουθεί να υπάρχει στην Εκκλησία. Κάποιος μπορεί να διαθέτει δογματική ακρίβεια, να εργάζεται ακούραστα και να οργανώνει πολλές δραστηριότητες, αλλά να χάνει το ουσιαστικό περιεχόμενο της χριστιανικής ζωής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ δύο μορφών κριτικής. Η πρώτη είναι εκείνη που ενδιαφέρεται για την κοινότητα, πονά για τις πληγές της και επιδιώκει τη θεραπεία τους. Η δεύτερη είναι η υπεροπτική κριτική, η οποία διαχωρίζει το «εμείς» από τους «άλλους» και καταλήγει στην καταδίκη τους. Επομένως, ο χριστιανός οφείλει να αναγνωρίζει τα προβλήματα χωρίς να μετατρέπεται σε αυτάρεσκο δικαστή.

Οι συνομιλητές αναφέρθηκαν στην επίκληση της αρχαιότητας ως αυτόματης απόδειξης ορθότητας. Κάτι δεν είναι απαραίτητα αληθινό επειδή είναι παλαιό. Μπορεί να αποτελεί, όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά, «χρόνια πλάνη».
Ιδιαίτερα επικίνδυνη θεωρείται η διαστρέβλωση της χριστιανικής αλήθειας, όταν το λάθος παρουσιάζεται ως σωστό προκειμένου να προστατευθούν πρόσωπα, θέσεις ή θεσμοί. Κανένας εκκλησιαστικός αξιωματούχος δεν διαθέτει απεριόριστη εξουσιοδότηση από τον Θεό. Ο Χριστός παραμένει ο τελικός κριτής όλων.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συζήτησης ήταν η αναγκαιότητα της έμπρακτης αγάπης. Η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι πραγματικά προφητική όταν ενδιαφέρεται μόνο για τα μέλη της, τα συμφέροντά της ή την προστασία της εξουσίας της. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, κάθε άνθρωπος αποτελεί εικόνα του Θεού. Ο Χριστός ταυτίζει τον εαυτό του με τον πεινασμένο, τον ξένο, τον αδύναμο και τον περιφρονημένο. Επομένως, η αγάπη προς τον πλησίον δεν είναι μια δευτερεύουσα κοινωνική δραστηριότητα, αλλά ουσιαστικό κριτήριο της χριστιανικής ταυτότητας.

Ο κ. Παπαθανασίου αναφέρθηκε επίσης στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι δεν κατήγγελλαν μόνο την ειδωλολατρία, αλλά και την αδικία, τη δωροδοκία των δικαστών, την καταπίεση των εργαζομένων και την εκμετάλλευση των αδύναμων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην εντολή «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Το «ως» σημαίνει «όπως» και όχι απλώς «όσο». Ο άλλος πρέπει να αγαπιέται χωρίς προϋποθέσεις, όπως αγαπά κανείς τον εαυτό του. Η αγάπη περιλαμβάνει ακόμη και εκείνους που μας αδικούν ή μας εχθρεύονται. Συνεπώς, η δογματική ακρίβεια δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για προσβολές, μίσος και απόρριψη ανθρώπων.
Οι συνομιλητές εξέτασαν τον πειρασμό της εξουσίας και της εξωτερικής προβολής. Η Εκκλησία κινδυνεύει να αντικαταστήσει το πνεύμα με τη μορφή και την αγάπη με το τυπικό. Οι λειτουργικές παραδόσεις και οι εξωτερικοί τύποι έχουν τη θέση τους, αλλά δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Η λατρεία μπορεί να εκφράζεται με διαφορετικές μορφές ανάλογα με τον πολιτισμό και την ιστορική περίοδο. Το ουσιαστικό είναι η ανάμνηση του Χριστού και η κοινωνία μαζί του.
Αντίστοιχα, η πολυτέλεια και η εντυπωσιακή εκκλησιαστική παρουσία δεν αποτελούν αναγκαστικά απόδειξη πνευματικότητας. Η υπερβολική λάμψη μπορεί να παραπέμπει περισσότερο στην κοσμική εξουσία και στον πλούτο παρά στη Βασιλεία του Θεού.
Προς το τέλος, η συζήτηση αναδείχθηκε η ανάγκη συνεργασίας μεταξύ θεολόγων και ανθρώπων που αγωνίζονται στις ενορίες. Η ακαδημαϊκή θεολογία δεν πρέπει να απομακρύνεται από την πραγματική ζωή, ενώ οι εκκλησιαστικές κοινότητες δεν πρέπει να λειτουργούν χωρίς θεολογική καθοδήγηση. Χρειάζεται αμοιβαία τροφοδότηση, διάλογος και κοινή προσπάθεια. Η θεολογία πρέπει να περπατά στο πεζοδρόμιο και να απευθύνεται στους πραγματικούς ανθρώπους.
Η Εκκλησία καλείται να προσκαλεί τον κόσμο με την ίδια της τη ζωή. Το «Έρχου και Ίδε» δεν είναι σύνθημα ούτε επικοινωνιακή στρατηγική. Είναι πρόσκληση αυθεντικότητας, αυτοκριτικής, ελευθερίας, μετάνοιας και αγάπης. Η αληθινή εκκλησιαστική μαρτυρία δεν κρίνεται από τη μεγαλοπρέπεια, τις θέσεις, τις διακηρύξεις ή την εξωτερική ορθότητα, αλλά από το κατά πόσο ο Χριστός γίνεται ορατός μέσα από την καθημερινή στάση απέναντι σε κάθε άνθρωπο.